ΠΑΙΔΙΚΗ/ΕΦΗΒΙΚΗ ΠΡΟΠΟΝΗΣΗ
Η ικανότητα της δύναμης μαζί με τις ικανότητες της ταχύτητας, της αντοχής και της ευκινησίας περιγράφουν το σύμπλεγμα της φυσικής κατάστασης και ο βαθμός ανάπτυξης τους καθορίζει τη φυσική ικανότητα απόδοσης του ατόμου.
Τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί το ενδιαφέρον για το σχεδιασμό προγραμμάτων άσκησης για την ανάπτυξη της δύναμης στην αναπτυξιακή ηλικία (παιδική – προεφηβική ηλικία από 6 έως 12-13 χρόνων και εφηβική ηλικία από 12-13 έως 18χρόνων). Το γεγονός αυτό καθιστά επιτακτική τη γνώση από τους ειδικούς (προπονητές και καθηγητές φυσικής αγωγής) των βασικών αρχών που διέπουν την ομαλή αύξηση και ανάπτυξη των παιδιών και εφήβων και της επίγνωσης ότι η εξέλιξη των παιδιών και των εφήβων είναι μια θετική διαδικασία ανάπτυξης, ωρίμανσης και διαφοροποίησης.
Αναφορικά με την αποτελεσματικότητα και τη μεθοδική της προπόνησης δύναμης, θα πρέπει να τονιστεί η διάκριση στα δύο διαστήματα ανάπτυξης, της προεφηβείας και της εφηβείας. Μέχρι την πρώτη φάση της εφηβείας η δύναμη αυξάνεται παρόμοια σε αγόρια και κορίτσια. Δεν έχουμε ωστόσο, εμφάνιση υπερτροφίας των μυών, λόγω των χαμηλών επιπέδων των αναβολικών ορμονών. Τα κέρδη στη δύναμη οφείλονται στη βελτίωση νευρολογικών παραγόντων, όπως της αυξημένης δραστηριοποίησης των νευρώνων, το συγχρονισμό των κινητικών μονάδων των ινών και τη βελτίωση των συναρμοστικών ικανοτήτων. Έτσι η προπόνηση δύναμης στην παιδική ηλικία εξυπηρετεί κυρίως τη γενική και πολύπλευρη ενδυνάμωση ολόκληρου του σκελετικού μυϊκού συστήματος και των αρθρώσεων και θέτει ερεθίσματα για την ιδανική ανάπτυξη των επιμέρους τμημάτων του παθητικού κινητικού μηχανισμού.
Με την έναρξη της εφηβείας ο ρυθμός αύξησης της δύναμης στα αγόρια, λόγω κυρίως της αύξησης της μυϊκής τους μάζας που προκαλείται από την αύξηση συγκέντρωσης της ορμόνης τεστοστερόνης, είναι μεγαλύτερος συκριτικά με αυτόν που παρατηρείται στα κορίτσια, τα οποία επιτυγχάνουν μέχρι το 13 έτος της ηλικίας τους το τελικό επίπεδο ανάπτυξης της δύναμής τους που οφείλεται στην ωρίμανση. Η πρώτη αυτή φάση της εφηβείας, αποτελεί την ευαίσθητη φάση, δηλαδή το ευνοϊκό διάστημα για την προπόνηση της δύναμης. Θα πρέπει όμως να λαμβάνεται υπόψη, ότι σε αυτή τη φάση λόγω της μεγάλης αύξησης του βαθμού ωρίμανσης, ο παθητικός μηχανισμός είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος σε μεγάλες επιβαρύνσεις και για αυτό οι επιβαρύνσεις δε θα πρέπει να πολύ έντονες.
Στην εφηβεία συνεχίζεται η προπόνηση δύναμης με διαφοροποιημένες μορφές προπόνησης για την ανάπτυξη των διαφόρων μορφών εμφάνισης της δύναμης και με συστηματική αλλά παντά προοδευτική αύξηση των επιβαρύνσεων. Η συνολική προπόνηση δύναμης θα πρέπει να συμβάλλει πολύπλευρα στις διαδικασίες ανάπτυξης, δηλαδή να αναπτύσσει όλες τις μυϊκές ομάδες και μέσω των κατάλληλων ασκήσεων να λαμβάνει υπόψη της την αυξημένη κατά μήκος ανάπτυξη των μυών. Τέλος, κατά το σχεδιασμό των προγραμμάτων θα πρέπει να λαμβάνεται πάντα υπόψη η βιολογική ηλικία και η προηγούμενη αθλητική εμπειρία των παιδιών και εφήβων, καθώς και το γεγονός πως οι έντονες φυσιολογικές αλλαγές σε αυτές τις ηλικίες συναγωνίζονται τις προσαρμογές που προκαλεί η άσκηση.
Συμπερασματικά , θα λέγαμε πως ο στόχος της προπόνησης δύναμης δεν θα πρέπει να περιορίζεται στην αύξηση της μυϊκής δύναμης και μόνο, αλλά η εφαρμογή του προγράμματος οφείλει να συμβάλλει στη μετάδοση γνώσεων στα παιδιά για το σώμα τους, στην προώθηση του ενδιαφέροντος για τη φυσική δραστηριότητα γενικότερα και στη δημιουργία χαράς και ικανοποίησης.


